Α.Κί.ΔΑ

 

 

 

 

Ποιοι είναι Online

We have 204 guests online

 

 

Η γνώμη σας μετρά

Για ποια θα θέλατε να ενημερώνεστε περισσότερο σε αυτή τη σελίδα;






Αποτελέσματα

ΑΚΙΔΑ Facebook

Υπόμνημα Υπουργείου Παιδείας: Αποτίμηση Επιδόσεων vs Υποτίμηση της νοημοσύνης μας!
There are no translations available.

Στις 17 Αυγούστου και αφού παρήλθε σημαντικός χρόνος που σκοπίμως δεν αξιοποιήθηκε από την Επίσημη Πλευρά για ουσιαστικό διάλογο, το Υπουργείο Παιδείας επέλεξε να καταθέσει στις εκπαιδευτικές οργανώσεις ένα πολυσέλιδο υπόμνημα, με στοιχεία που στόχο είχαν να πείσουν για την ορθότητα του «επιβαλλόμενου εξορθολογισμού». Ξεκάθαρα, με το συγκεκριμένο έγγραφο το Υπουργείο Παιδείας δεν δείχνει να έχει πρόθεση να χρησιμοποιηθεί ως έγγραφο διαλόγου. Μάλλον αποτελεί ένα έγγραφο παραπληροφόρησης και τροφή για συνέχιση της διαπόμπευσης των εκπαιδευτικών, εξευτελισμού τους και αποδόμησης του κύρους και της αυτονομίας τους.

Μιας διαπόμπευσης που ξεκίνησε και συνεχίζεται εδώ και τρεις μήνες, συστηματικά, με πολλούς πρόθυμους νεροκουβαλητές. Το παρόν άρθρο θα εστιάσει και θα επιχειρήσει να αναδείξει, το πως χρησιμοποιούνται τα στοιχεία επιδόσεων από διεθνείς αξιολογήσεις, για να παραπληροφορήσουν, να παραπλανήσουν, να χειραγωγήσουν, να θολώσουν τα νερά… Για να πετύχει τον σκοπό του, το Υπουργείο δεν διστάζει ακόμα και να κάνει «κωλοτούμπα» στο πως αποτιμούσε τα αποτελέσματα, πριν δύο χρόνια …

Στο εν λόγω λοιπόν υπόμνημα, γίνεται εκτεταμένη αναφορά στις διεθνείς έρευνες και τονίζεται ο χιλιοπροβεβλημένος πάτος, που χωρίς ντροπή κατά το Υπουργείο βαραίνει αποκλειστικά τους εκπαιδευτικούς και καθόλου τους χαράσσοντες εκπαιδευτική πολιτική! Σύμφωνα με το έγγραφο του ΥΠΠ: «παρόλο που η κυπριακή πολιτεία καθόλου δεν υπολείπεται, αλλά μάλλον υπερτερεί ως προς τις δαπάνες σε σχέση με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη και παρά το γεγονός ότι είναι ευνοϊκές οι συνθήκες που εξασφαλίζει το σχολικό σύστημα ως προς τον αριθμό μαθητών ανά τάξη ή ανά εκπαιδευτικό, τα αποτελέσματα είναι υποδεέστερα. Συγκεκριμένα, θα μπορούσε να εξαχθεί ακόμα το συμπέρασμα ότι απαλλαγές από το διδακτικό χρόνο που σκοπό έχουν την καλύτερη πλαισίωση ή παρακολούθηση των επιδόσεων των μαθητών/μαθητριών (όπως π.χ. η απαλλαγή για την άσκηση καθηκόντων «υπευθύνου τμήματος») δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα[1]». Γίνεται δε αναφορά, πως τα αποτελέσματα κατατάσσουν το εκπαιδευτικό σύστημα μας στην τελευταία θέση ανάμεσα στα κράτη-μέλη της ΕΕ. Ουδέν αναληθέστερο! Στην πραγματικότητα, οι συγκεκριμένοι διαγωνισμοί δεν κατατάσσουν τα εκπαιδευτικά συστήματα. «Όποιες όμως και να είναι οι επιδόσεις των μαθητών, αυτές θα πρέπει να τις ερμηνεύσουμε στο σωστό πλαίσιο. Ο στόχος των εν λόγω ερευνών δεν είναι ούτε  να αξιολογήσουν ολόκληρα εκπαιδευτικά συστήματα ή χώρες ούτε να γενικεύσουν τα αποτελέσματα ενός θεματικού αντικειμένου σε όλα τα θεματικά αντικείμενα και σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης[2]». Είναι εμφανής η προσπάθεια της Επίσημης Πλευράς να παραπλανήσει και να διογκώσει την κατάσταση, ώστε να δικαιολογήσει και να επιβάλει τις πολιτικές της. Για τον σκοπό αυτό, δεν διστάζει να ονομάζει το εκπαιδευτικό σύστημα του τόπου ως «τελευταίο», προκειμένου να πείσει την Κοινή Γνώμη, για μια τραγική κατάσταση που χρειάζεται τη «θαυματουργή» κυβερνητική παρέμβαση. Παραγνωρίζεται επίσης το πολύπλευρο και πολυσήμαντο καθηκοντολόγιο του υπευθύνου τμήματος, αφορίζοντας τη συγκεκριμένη πολιτική και διασυνδέοντάς την μόνο με τα μαθησιακά αποτελέσματα.  Ο συσχετισμός εννοείται πως δεν τεκμηριώνεται στο έγγραφο και δεν επιχειρείται καμιά επιστημονική στήριξη του ισχυρισμού.

Σε σχέση με τις προαναφερθείσες διεθνείς αξιολογήσεις (TIMSS, PISA και TALIS), η συμμετοχή της Κύπρου, διαχρονικά  προκαλούσε ερωτηματικά ως προς τα κίνητρα και τους στόχους της Επίσημης Πλευράς, ιδίως από τη στιγμή που η φιλοσοφία τέτοιων ερευνών αμφισβητείται έντονα από ακαδημαϊκούς κύκλους και έχει αναπτυχθεί και σχετική κριτική διεθνώς, που παραθέτει σειρά επιχειρημάτων που καταδεικνύουν σοβαρά κενά, τόσο ως προς τις έρευνες όσο και για την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων τους. Η εμπειρία της Κύπρου από τη συμμετοχή στις έρευνες αυτές, έχει δείξει ότι συμμετέχει απλά για χάριν της συμμετοχής. Πέραν της συμμετοχής στις διεθνείς έρευνες και της ανακοίνωσης της κατάταξης της Κύπρου, καμία έκθεση αποτελεσμάτων, συμπερασμάτων και εισηγήσεων για βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος δεν έχει εκπονηθεί και φυσικά δεν έχει εφαρμοστεί. Η προστιθέμενη αξία της συμμετοχής στις διεθνείς έρευνες ήταν και παραμένει μηδαμινή, τόσο για τους εκπαιδευτικούς όσο κυρίως για τους μαθητές αφού το μόνο που εισπράττει η εκπαίδευση είναι μία θέση σε έναν πίνακα κατάταξης των χωρών.

Παρά τις ισχυρές επιστημονικές απόψεις αμφισβήτησης τέτοιων αξιολογήσεων, αξίζει να σημειωθεί πως στην πρόσφατη συμμετοχή της Κύπρου στην TIMSS (Δημοτική Εκπαίδευση, 2015) είχε εντυπωσιακή άνοδο στα αποτελέσματά της, σε σχέση με τις προηγούμενες συμμετοχές[3][4]. Επίσημα το Υπουργείο Παιδεία, χαρακτήρισε τα αποτελέσματα, ως θετικά, το 2016 αναφέροντας επί λέξη: «το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού χαιρετίζει τα αποτελέσματα της διεθνούς έρευνας TIMSS 2015 του Διεθνούς Οργανισμού για την Αξιολόγηση Εκπαιδευτικών Επιτευγμάτων (IEA), τα οποία παρουσιάζουν βελτίωση στην εικόνα της Κύπρου και στο εκπαιδευτικό της σύστημα [5]». Το ίδιο Υπουργείο, δύο χρόνια αργότερα, στο περιβόητο υπόμνημα δηλώνει: «ανησυχητικές είναι και οι επιδόσεις που καταγράφονται σε διεθνείς συγκριτικές εκθέσεις, όπως η Έρευνα Διεθνών Τάσεων στα Μαθηματικά και τις Φυσικές Επιστήμες (TIMSS) του Διεθνούς Οργανισμού για την Αξιολόγηση Εκπαιδευτικών Επιτευγμάτων (ΙΕΑ) ή ακόμα η έρευνα PISA του ΟΟΣΑ». Προφανώς ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και το Υπουργείο υποτιμά τη νοημοσύνη μας.

Ένα ενδιαφέρον γεγονός που αξίζει να αναφερθεί είναι πως στην προαναφερθείσα συμμετοχή της Κύπρου, στο γνωστικό αντικείμενο των μαθηματικών στην TIMSS, η Κύπρος σημείωσε την ίδια επίδοση με τη Σουηδία. Το παράδειγμα του εκπαιδευτικού συστήματος της Σουηδίας, χρήζει ιδιαίτερης μελέτης. Στη Σουηδία, τα τελευταία χρόνια υπήρξε έντονος διάλογος για την ποιότητα της εκπαίδευσης, σε σχέση με την κάπως μειωμένη απόδοση των παιδιών της στις διεθνείς εξετάσεις. Η αντίδραση της Σουηδίας, ήταν να αυξήσει το στάτους του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού[6] με στόχο τα μακροπρόθεσμα οφέλη στην εκπαίδευση! Στόχευσε στην επαγγελματική μάθηση του ανθρώπινου δυναμικού, δημιούργησε νέα ενοποιημένα προγράμματα σπουδών και νέα αναλυτικά, έδωσε έμφαση στην γλωσσική και επικοινωνιακή ανάπτυξη των παιδιών στην επιστήμη και τεχνολογία και δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στην πληροφορική από την προσχολική ηλικία. Ιδιαίτερη έμφαση και στήριξη δόθηκε επίσης, στην προσχολική εκπαίδευση[7]. Στην αντίπερα όχθη, το δικό μας Υπουργείο, «καινοτομώντας», επέλεξε να εξευτελίσει και να τσαλαπατήσει το κύρος των εκπαιδευτικών, να διασύρει το ίδιο το κυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα, να στοχοποιήσει τον συνδικαλισμό και συνεχίζει να θεωρεί την προσχολική εκπαίδευση ως τον φτωχό συγγενή των εκπαιδευτικών προτεραιοτήτων.

Ενώ οι έρευνες αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα χρήσιμο εργαλείο αναστοχασμού και χάραξης στοχευμένης εκπαιδευτικής στρατηγικής/πολιτικής, στην Κύπρο δυστυχώς, δείχνουν να είναι προκατειλημμένες υπέρ του οικονομικού και εργασιακού χαρακτήρα της εκπαίδευσης και αποτελούν απλά το άλλοθι για ετσιθελικές κυβερνητικές αποφάσεις.  Η Επίσημη Πλευρά επέλεξε να χρησιμοποιήσει τα αποτελέσματα των διεθνών αξιολογήσεων ως μοχλό πίεσης προς τις συνδικαλιστικές οργανώσεις για να ενδώσουν στους εκβιασμούς και τις μονομερείς αποφάσεις που επιβλήθηκαν. Το εξωφρενικό είναι πως η ανάγνωση των αποτελεσμάτων γίνεται εντελώς αυθαίρετα, με το Υπουργείο να φάσκει και να αντιφάσκει! Όταν ήθελε να παρουσιάσει την αποτελεσματικότητα των πολιτικών του Υπουργείου το 2016 (ελέω των προεδρικών εκλογών που πλησίαζαν) τα αποτελέσματα  ήταν αρκούντως θετικά. Τώρα που θέλει να επιβάλει με το έτσι θέλω μέτρα «εξορθολογισμού», τα ίδια αποτελέσματα κρίνονται ως ανησυχητικά. Ο εμπαιγμός σε όλο του το μεγαλείο!

Την ίδια ώρα οι επιδόσεις αποτελούν την αιχμή του δόρατος για αποδόμηση του κύρους των εκπαιδευτικών και χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Φυσικά το Υπουργείο Παιδείας, αποτυγχάνει να εξηγήσει πως η μερική κατάργηση του Υπευθύνου Τμήματος, ή η κατάργηση των διδαχτικών ωρών με βάση τον βιολογικό παράγοντα ή η κατάργηση του συνδικαλίζεσθαι θα βελτιώσει τα μαθησιακά αποτελέσματα. Η δε διασύνδεση τους, μπορεί να χαρακτηριστεί ως αντιεπιστημονική και αβάσιμη. Το Υπουργείο Παιδείας και ευρύτερα η Πολιτεία αρνούνται να αναλάβουν τις ασήκωτες ευθύνες τους. Αγνοούν σκόπιμα το γεγονός πως σε λιγότερο από πέντε χρόνια οι «μεταρρυθμίσεις» δίνουν και παίρνουν με πολιτικά κριτήρια και όχι εκπαιδευτικά. Δεν λαμβάνουν υπόψη πως πολλά εγχειρίδια δεν έχουν αναθεωρηθεί ενώ σε πολλά γνωστικά αντικείμενα τα βιβλία είναι τριάντα και βάλε χρονών! Η ύλη παραμένει διογκωμένη. Οι υποδομές είναι για γέλια και για κλάματα. Η τεχνολογία δεν ενσωματώθηκε ποτέ στα σχολεία και ο εξοπλισμός είναι με το ένα πόδι στον τάφο! Σε αυτά όντως το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι στον πάτο! Ουραγός! Για αυτά υπάρχει η βούληση για εξορθολογισμό;

Μιχάλης Αλεξόπουλος, Γενικός Γραμματέας Α.Κί.ΔΑ, Μέλος ΔΣ ΠΟΕΔ.

 

Εκπαιδευτικό Υλικό

 

facebook Twitter YouTube
Τελευταία Ενημέρωση:
Wednesday,
17/10/2018 10:36